Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Όταν οι άλλοι κάνουν παρέλαση σαν γατιά έξω από την πόρτα του γαλατά (ΔΝΤ),εμείς βγαίνουμε στα κεραμίδια.

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Ο ΑΝΤΙΚΟΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ. ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ , Ο ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ "ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟ 1923" ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ



ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ -  Ο ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ

Ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο πρώην φίλους μέσα στον Εμφύλιο

πηγή:

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ


Το άρθρο μου που ακολουθεί δημοσιεύεται στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2013, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιολίδα σε επιμέλεια Παναγιώτη Σκορδά, με άρθρα για τη Λέσβο γραμμένα από συγγραφείς που κατάγονται από το νησί. Να διευκρινίσω ότι ο Κώστας Μίσσιος, ποιητής και μελετητής της λεσβιακής λογοτεχνίας, είναι θείος μου.


Στο βιβλίο του «Ένας Μυριβήλης αλλιώτικος» (Εντελέχεια, Μυτιλήνη 2008), ο Κώστας Μίσσιος συγκεντρώνει εφτά άρθρα του στα οποία διηγείται «ευτράπελες πλην και πικρές» ιστορίες για τον Στράτη Μυριβήλη. Οι πιο πικρές ιστορίες του τόμου σίγουρα βρίσκονται στο ομότιτλο άρθρο, το οποίο εξιστορεί το απίστευτο πάθος με το οποίο ο Μυριβήλης συμμετείχε, τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, στην προπαγανδιστική διαπάλη, εξαπολύοντας δριμύτατες επιθέσεις κατά των αντιπάλων του. Σωστά παρατηρεί ο Μίσσιος ότι κι άλλοι πνευματικοί άνθρωποι υπερασπίστηκαν την ίδια πλευρά, κανείς όμως του επιπέδου του Μυριβήλη δεν έδειξε τέτοιον φανατισμό.

Αλλά αυτά τα θίγει αναλυτικά ο Μίσσιος. Εγώ θα ξεχωρίσω ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του Μυριβήλη, που παρατίθεται στο κείμενο του Μίσσιου (σελ. 148) για να εστιαστώ σε μιαν υποσημείωση. Γράφει λοιπόν τα εξής φαρμακερά ο Μυριβήλης: «Ένας ποιητής του κόμματος από την Ήπειρο τού έβγαλε ένα τόμο με ποιήματα που τον εξυμνεί και τον θαυμάζει [τον Άρη Βελουχιώτη]. Ένας άλλος από τη Μυτιλήνη, έβγαλε άλλον τόμο, όπου λιγώνεται από τη μεγαλοπρέπεια του Δεκεμβριανού ανθρωποσφαγείου των άοπλων Αθηναίων. Ένας τρίτος αλήτης της λογοτεχνίας έγραψε τρίτο βιβλίο, ‘Το μεγάλο Δεκέμβρη’. Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι; Όχι. Είναι απλώς κομμουνιστές. Είναι διαφοροποιημένοι πρώην Έλληνες που τώρα ανήκουν στη νέα φυλή…»

Ο «αλήτης της λογοτεχνίας», μας πληροφορεί σωστά ο Μίσσιος, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. 

Ο μυτιληνιός είναι ο ποιητής Μιχάλης Καλλοναίος (στις ιδεολογικές του επιθέσεις, ο Μυριβήλης δεν έκανε τοπικιστικά χατίρια, χτυπούσε μυτιληνιούς και ξένους με τον ίδιο ζήλο). Ωστόσο, ο Μίσσιος ομολογεί ότι δεν κατάφερε να εντοπίσει τον «ποιητή του κόμματος από την Ήπειρο». Επιτρέψτε μου να φωτίσω αυτό το σημείο.

Ο ηπειρώτης ποιητής είναι σίγουρα ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), γεννημένος στην Πλατανούσα της Ηπείρου, ποιητής και μεταφραστής, που συμμετείχε με τον ΕΛΑΣ στην Εθνική αντίσταση, οπότε και είχε δημιουργήσει τον αντάρτικο θίασο «Θέατρο του βουνού» με τον οποίο έδινε παραστάσεις στα χωριά της Πίνδου. Ο Κοτζιούλας, που πολέμησε υπό τις διαταγές του Βελουχιώτη και τον θαύμαζε απεριόριστα, εξέδωσε το 1946 μια μικρή ποιητική συλλογή, ένα δεκαεξασέλιδο, με τίτλο Ο Άρης, στην οποία υμνεί και θρηνεί τον νεκρό πια αρχηγό του.

Ως εδώ το θέμα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον· ένας εαμίτης ποιητής έβγαλε μια υμνητική συλλογή για τον Άρη Βελουχιώτη κι ένας συγγραφέας της αντίθετης παράταξης αντέδρασε επικριτικά, τι το περίεργο υπάρχει; Ωστόσο, ο Κοτζιούλας και ο Μυριβήλης δεν ήταν ξένοι. Παρά την όχι μικρή διαφορά ηλικίας (ο Μυριβήλης ήταν 19 χρόνια μεγαλύτερος), είχαν συνδεθεί με φιλία, όχι μακρόχρονη αλλά στενή. Τα όσα ακολουθούν βασίζονται σε δημοσίευση της κ. Νίκης Λυκούργου για την αλληλογραφία του Μυριβήλη με τον Κοτζιούλα καθώς και στο βιβλίο που ετοιμάζει η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου για τον ποιητή (όπου έχω βάλει κι εγώ λιγάκι το χέρι μου).

Νεαρός φοιτητής στην Αθήνα, το 1929, ο Κοτζιούλας διαβάζει τα Διηγήματα (1928) του Μυριβήλη, κατενθουσιάζεται και του γράφει μια θερμή επιστολή: «Η σημερινή μέρα μού φύλαγε μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές χαρές στη ζωή μου», ξεκινάει το γράμμα. Αρχίζουν εγκάρδια αλληλογραφία· ο Κοτζιούλας δημοσιεύει υμνητική κριτική για τον Μυριβήλη στο πρδ. Ελληνικά Γράμματα· ο Μυριβήλης αναδημοσιεύει στον μυτιληνιό Ταχυδρόμο ποιήματα που του στέλνει ο Κοτζιούλας. Όταν τον Φεβρουάριο του 1930 ο Μυριβήλης κατεβαίνει στην Αθήνα για να φροντίσει για τη δεύτερη έκδοση της Ζωής εν τάφω, οι δυο τους γνωρίζονται και από κοντά και δένονται με φιλία. Την άνοιξη του 1931 ο Κοτζιούλας κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο: «Ο Στρατής Μυριβήλης κι η πολεμική λογοτεχνία», μια κριτική μελέτη 60 σελίδων για τη «Ζωή εν τάφω» και το αντιπολεμικό έργο του Μυριβήλη. Καθώς ο Μυριβήλης περνάει πια αρκετόν καιρό στην Αθήνα, οι δυο φίλοι συναντιούνται συχνά, και όταν από τον Ιούνιο του 1932 έως τον Μάρτιο του 1933 ο Μυριβήλης αναλαμβάνει διευθυντής της εβδομαδιαίας εφημερίδας Δημοκρατία, ο Κοτζιούλας είναι τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας, μεταξύ άλλων σε συνεντεύξεις που παίρνει από πνευματικούς ανθρώπους.

Η φιλία τους ατονεί μετά το 1935, όταν οι περιπέτειες της υγείας του Κοτζιούλα τον ανάγκασαν να περνάει μεγάλα διαστήματα σε σανατόρια. Ίσως όχι τυχαία, το τελευταίο κείμενο του Κοτζιούλα στο αρχείο Μυριβήλη, είναι μια χειρόγραφη κριτική του για το Πράσινο βιβλίο, που δεν είναι ανεπιφύλακτα θετική (και ίσως γι’ αυτό δεν μερίμνησε ο Μυριβήλης να τη δώσει για δημοσίευση).  Από το ανέκδοτο υλικό που υπάρχει στο αρχείο Κοτζιούλα φαίνεται ότι από το 1933 κιόλας ο νεαρός ποιητής είχε αρχίσει να βρίσκει ψεγάδια στο ίνδαλμά του. Έπειτα, καθώς ο Κοτζιούλας από το 1933 και μετά στρέφεται όλο και πιο αποφασιστικά προς τα αριστερά, ήρθε και η πολιτική αντιπαράθεση να επισφραγίσει το τέλος της φιλίας.

Όταν οι πρώην φίλοι βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, το πρώτο βέλος το έριξε ο Μυριβήλης με την υποτιμητική (έστω και ανώνυμη) αναφορά που είδαμε πιο πάνω στον «ποιητή του Κόμματος». Ο Κοτζιούλας δεν φαίνεται να απάντησε. Αργότερα όμως ξεκίνησε έναν μικρό λεξικογραφικό καβγά με τον Μυριβήλη. Η αφορμή ήταν ένα άρθρο του Μυριβήλη στην ακραία δεξιά εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα», με την οποία συνεργαζόταν κάθε Κυριακή, μια επιφυλλίδα όπου συνδύαζε τη λεξικογραφική μελέτη με την ιδεολογική πολεμική. Εξετάζοντας τις λέξεις που έπλασε επί Κατοχής το «γλωσσοπλαστικό δαιμόνιο» του λαού, ο Μυριβήλης στέκεται αρκετά στους «πουρκοάδες» (πουρκουάδες νομίζω ήταν συχνότερο), τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό για τους Γάλλους που συνθηκολόγησαν υποτίθεται αμαχητί, ενώ επίσης επισημαίνει τους «σαλταδόρους» και στις «τσούλες», τις γυναίκες που πήγαιναν με Γερμανούς στην κατοχή («τα παλιοθήλυκα που ζευγάρωναν σαν τις σκύλες με τους εισβολείς», κατά τη διατύπωση του Μυριβήλη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι μετεξελίχθηκαν στις «ειδεχθείς μαινάδες» που παρέλαυναν με δίκωχα του Ελάς!). Και η τέταρτη λέξη που ξεχωρίζει ο Μυριβήλης, που τη βάζει μάλιστα και τίτλο της επιφυλλίδας του, είναι «ο κατσαπλιάς», λέξη του νέου «εθνικού αγώνα».

«Τι είναι ο κατσαπλιάς; Είναι αυτό το ον το άθλιο και άπατρι, το βρωμερό, το αιμοβόρο, το χωρίς συνείδηση και ανθρωπιά δίπουν, που χτυπά όταν σε βρει άοπλον και το βάζει στα πόδια». Με ουδέτερη περιγραφή θα λέγαμε πως είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, διότι, μην ξεχνάμε, αυτά γράφονται τον Ιούνιο του 1947, ενώ δηλαδή ο εμφύλιος μαίνεται, παρά το γεγονός ότι το ΚΚΕ είναι ακόμα νόμιμο και έχει τη δυνατότητα να εκδίδει έντυπα. Ο Μυριβήλης λοιπόν θεωρεί «θαυμάσια» λέξη τον κατσαπλιά, και καλεί τους λόγιους της παράταξής του να την υιοθετήσουν, να την κάνουν «τίτλο, επικεφαλίδα και ανακοινωθέν».

Το άρθρο του Μυριβήλη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 15 Ιουνίου 1947. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 19.6.47, ο Ριζοσπάστης εγκαινιάζει μια νέα στήλη, τα Γλωσσικά σημειώματα, που την υπογράφει ο Γ. Κοτζιούλας, στην οποία σχολιάζει «γλωσσικά κακώς κείμενα». Αν και συνήθως αποφεύγει να κατονομάζει τους δράστες των γλωσσικών ολισθημάτων που στηλιτεύει, για τον παλιό του φίλο ο Κοτζιούλας θα κάνει μια εξαίρεση. Γράφει λοιπόν τα εξής:

«Γράφει ο πρώην δημοκράτης και συγγραφέας στις καλές του ώρες κ. Μυριβήλης ‘Τι είναι κατσαπλιάς; Είναι αυτό το ον…’ [παραθέτει απόσπασμα από το άρθρο του Μυριβήλη]». Και συνεχίζει ο Κοτζιούλας: «Δικαίωμα του καθενός να παραδέχεται ό,τι του καπνίσει για το Δημοκρατικό Στρατό. Αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να παραποιούμε την αλήθεια. Η λέξη ‘κατσαπλιάς’ δεν είναι ‘νέος, θαυμάσιος όρος’ όπως θέλει ο ίδιος. Είναι αρκετά παλιός, παλιότερος πάντως απ’ το αντάρτικο και συνώνυμος του κατσικοκλέφτη περίπου. Αν ζούσε ο κ. Μυριβήλης τον καιρό της κατοχής στα βουνά, θ’ άκουγε κάθε τόσο ποιους φιλοδωρούσε ο αγνός λαός μ’ αυτόν το θαυμάσιο όρο. Κι αν το ’ξερε αυτό, δε θα ’κανε σήμερα την αστοχία να εκθέτει δικούς του ανθρώπους θυμίζοντας την ένδοξη δράση τους».

Λέει δηλαδή ο Κοτζιούλας ότι η λέξη «κατσαπλιάς» δεν πλάστηκε το 1946 αλλά είναι παλιότερη, και ότι την Κατοχή στην Ήπειρο χρησιμοποιήθηκε για ανθρώπους της εθνικόφρονης παράταξης. Σε καθαρά λεξικογραφικό επίπεδο, δίκιο έχει -αφού πράγματι η λέξη είναι προγενέστερη, έχει όμως δίκιο και ο Μυριβήλης κατά το ότι στη συνέχεια η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τα κυβερνητικά έντυπα ως μειωτικό συνώνυμο και ως υβριστικός χαρακτηρισμός για τους αντάρτες του ΔΣΕ.

Να κάνω μια παρένθεση για να προλάβω ενδεχόμενη απορία των αναγνωστών: η λέξη «κατσαπλιάς» εξακολουθεί να προβληματίζει τους λεξικογράφους, αφού είναι από τις δυσετυμολόγητες της γλώσσας μας. Κατά μία πειστική εκδοχή (που τη διατύπωσε ο γλωσσολόγος Θεόδωρος Μωυσιάδης στο επιστημονικό περιοδικό Γλωσσολογία) στην αρχή της λέξης πρέπει να βρίσκεται η λέξη πλιάτσικο (αλβανικής προέλευσης, plaçkë) και από τον τ. πλιάτσικας (που επιβιώνει ως επώνυμο) να έγινε εκφραστική αντιμετάθεση υπό την επίδραση των πολλών λέξεων και επωνύμων που αρχίζουν από κατσ- στην ελληνική γλώσσα.

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Ο Μυριβήλης δεν φαίνεται να απάντησε στο σχόλιο του Κοτζιούλα κι έτσι αυτή η λεξικογραφική αψιμαχία τελείωσε εκεί. Η επόμενη αναφορά του Κοτζιούλα στον Μυριβήλη θα έρθει σε άρθρο του στον Ρίζο της Δευτέρας («Γλωσσομάθεια» 29.9.1947). Εκεί ο Κοτζιούλας εκφράζει την έκπληξή του που o Μυριβήλης, σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων, ζήτησε να του μεταφράσουν ένα γαλλικό άρθρο αντί να το διαβάσει ο ίδιος από το πρωτότυπο, και κάνει ενδιαφέρουσες σκέψεις για την αξία της γλωσσομάθειας και της καλλιέργειας του συγγραφέα, αφού το πηγαίο ταλέντο δεν αρκεί. Όμως, αναφέρεται στον Μυριβήλη μάλλον με ευμένεια («ένας συγγραφέας από τους πιο γνωστούς, από τους πιο πολυδιαβασμένους»). Απ’ όσο ξέρω, είναι η τελευταία φορά που ο ένας θα αναφερθεί δημόσια στον άλλον, τουλάχιστον όσο διαρκεί ο εμφύλιος. Λίγο αργότερα άλλωστε, οι αρχές θα κλείσουν όσα αριστερά έντυπα έμεναν ακόμα ανοιχτά.

Ωστόσο, υπάρχει και μια ακόμα επίθεση του Κοτζιούλα στον Μυριβήλη, που δεν είδε το φως της δημοσιότητας όσο ζούσαν οι δυο τους. Πρόκειται για ένα σατιρικό επίγραμμα, που το έγραψε ο Κοτζιούλας στη διάρκεια του εμφυλίου, μαζί με άλλα πολλά που σε όλα μαζί έδινε τον γενικό τίτλο «Οι δοξαριές του λαλητή» και απευθύνονταν σε ανθρώπους των γραμμάτων· κάποια ήταν παινέματα ή καλοπροαίρετα ευφυολογήματα προς συναγωνιστές, τα περισσότερα όμως ήταν τσουχτερά πειράγματα προς αντιπάλους· μερικά δημοσιεύτηκαν στον τρίτο τόμο των Απάντων του Κοτζιούλα (Δίφρος, 1957), άλλα όμως έμειναν ανέκδοτα και τα παρουσίασε πολύ αργότερα ο Νίκος Β. Κοσμάς στο περιοδικό Διαβάζω. Αυτό που μας ενδιαφέρει, σατιρίζει τις εκπομπές του Μυριβήλη στο ραδιόφωνο. Βλέπετε, ο Μυριβήλης δεν εξαπέλυε τους μύδρους του μόνο εντύπως· κάθε Κυριακή είχε τη δική του εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, η οποία αν και είχε τίτλο «Το λογοτεχνικό τέταρτο του Στρατή Μυριβήλη», συχνά μετατρεπόταν σε προπαγανδιστικό σφυροκόπημα εναντίον των κομμουνιστών. Σε απάντηση σε αυτές τις εκπομπές, ο Κοτζιούλας έγραψε το εξής πολύ σκληρό επίγραμμα:

Ο Μυριβήλης στο ραδιόφωνο.

Την Κυριακή απολείτουργα που καλοτρών οι αρχόντοι

βάνουν σκυλί να τους φυλάει δείχνοντας άγριο δόντι


κι αυτό αλυχτά περήφανο σαν οι χωροφυλάκοι.


Γενίτσαρε, άξιος σου ο μισθός από το Κολωνάκι!

Βέβαια, το επίγραμμα δεν προοριζόταν για δημοσίευση -και πώς θα μπορούσε, άλλωστε. Κατά πάσα πιθανότητα ο Μυριβήλης δεν θα το πληροφορήθηκε ποτέ, αλλά έτσι κι αλλιώς η παλιά φιλία είχε σβήσει. Ομολογώ όμως ότι δεν έχω εποπτεία των μεταγενέστερων δημοσιευμάτων του Μυριβήλη κι έτσι δεν ξέρω αν αναφέρθηκε άλλη φορά στον παλιό του φίλο από την Ήπειρο που άλλωστε, αν και πολύ νεότερος, έμελλε να φύγει από τη ζωή πρώτος, το 1956, μόλις στα 47 χρόνια του.



ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ - ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ


Στρ. Μυριβήλης: Ο κομμουνισμός είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής


Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Ο Στρατής Μυριβήλης  (1892-1969) εμφανίστηκε ουσιαστικά[1] στα ελληνικά Γράμματα με ένα από τα καλύτερα έργα που γράφτηκαν για τον πόλεμο. Το «Ζωή εν Τάφω» που έδινε όλη τη φρίκη του πολέμου και σηματοδοτούσε την αρχή της αντιπολεμικής μας λογοτεχνίας. Όμως σταδιακά ολισθαίνει σε όλο και συντηρητικότερες ιδέες, στέκεται εχθρικός στην κοσμοθεωρία των προλετάριων μέχρι που οι ιδέες του άρχισαν να εφάπτονται με αυτές του δικτάτορα Μεταξά.
Όσο άλλαζαν οι ιδέες του τόσο άλλαζε και ο ιδεολογικός προσανατολισμός του «Ζωή εν τάφω» μέχρι που έγινε αγνώριστο. Έτσι ο Μυριβήλης μαζί με τον Μ. Καραγάτση είναι οι μοναδικοί μάλλον στην ελληνική λογοτεχνία ,οι οποίοι σε μεταγενέστερες εκδόσεις του ίδιου έργου της αλλάζουν τον ιδεολογικό προσανατολισμό του (Έχω γράψει σχετικά στο Fractal).
Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στρατεύεται στο μέτωπο της Μακεδονίας. Το 1917 κατατάσσεται στο 4ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Αχιπελάγους και συμμετέχει στην προκάλυψη του Μοναστηρίου μαζί με τον αδελφό του, Κίμωνα. Εκεί αρχίζει να γράφει το «Η Ζωή εν Τάφω». Ο Μυριβήλης παίρνει μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Μετά την εκκένωση του Εσκί-Σεχίρ καταφεύγει πρόσφυγας στη Θράκη και από εκεί επιστρέφει στη Λέσβο το 1922. Γίνεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Επιστράτων Αιγαίου και υποστηρίζει το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, ενώ μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή παίρνει θέση υπέρ της Στρατιωτικής Επανάστασης. Ζει στη Λέσβο μέχρι και το 1932, οπότε και εγκαθίσταται οικογενειακώς στην Αθήνα.
Μια αντιπροσωπευτική εικόνα του Μυριβήλη του Μεσοπολέμου μας δίνει ο «Ριζοσπάστης» (13/3/1936) που τον χαρακτηρίζει χαρακτηριστικό τύπο διανοούμενου φασίστα:
"Η πολιτική δράση του Μυριβήλη στον αγώνα των εργαζομένων τόσο μέσα στη Μυτιλήνη, την πατρίδα του, όσο κι εδώ, είναι αρκετά γνωστή. Πολέμησε τον αγώνα αυτό, στο πρόσωπο τάχα των κομμουνιστών, με τον πιο λυσσασμένο και μαγγιόρικο τρόπο. Εξ αιτίας του πολλοί πατριώτες του γνώρισαν τις φυλακές και τα ξερονήσια σαν πολιτικοί κατάδικοι και εξόριστοι."


Αφού ‘’δούλεψε’’ έτσι στη Μυτιλήνη ο Μυριβήλης, έπρεπε βέβαια να μεταφέρει τη δράση του και στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε από μερικά χρόνια.
Η αντικομμουνιστική του δράση δε σταμάτησε ούτε μια στιγμή. Με το πρόσχημα της ‘’αγάπης’’, του ‘’φιλειρηνισμού’’, της ‘’ατομικότητος’’, ξεφούρνισε επανειλημμένα διάφορα διανοητικά καταντήματα, ενάντια στον κομμουνισμό, στον εργατικό αγώνα, στον κάθε λογής αντιφασιστικό αγώνα. Στα χρονογραφήματα της ‘’Πρωΐας’’’, στις στήλες της ‘’Δημοκρατίας’’, στα διηγήματά του, χύθηκε άφθονο φαρμάκι, που τόσο δεξιότεχνα ξέρει να μανουβράρει ο Μυριβήλης.
(…)
Γιατί τότε ο Μυριβήλης υπόγραψε το δημοκρατικό μανιφέστο των διανοουμένων και πήρε μέρος στην επιτροπή για το χορό των εξορίστων; Δεν είναι τάχα αυτά μια αντιφασιστική πράξη;
Όχι. Ο Μυριβήλης, όπως είπαμε παραπάνω, είναι ένας βενιζελοδημοκρατικός αντιβασιλικός και σαν τέτοιος το υπόγραψε. Όπως το υπόγραψε και ο Σπύρος ο Μελάς – ο γνωστός κομμουνιστοφάγος και κολίγας του Πλαστήρα και πότε του Κονδύλη – που μ’ αυτόν ο Μυριβήλης έχει πολλά κοινά γνωρίσματα. Για τον ίδιο λόγο ο Μυριβήλης  πήρε μέρος στην επιτροπή του χορού για τους εξόριστους (προχειρότητα κι αυτό). Μα δεν είναι μόνον αυτός ο λόγος.
Ο Μυριβήλης θέλει να πιαστεί για καλά και να κάνει καλύτερα τη δουλειά του. Το αναγνωστικό του κοινό, τώρα ιδιαίτερα με το βασιλισμό, καταλαβαίνει πως μ’ όλα τα αντικομμουνιστικά του σαλιαρίσματα, δεν μπορεί να το βρει παρά μέσα στους αριστερούς διανοούμενους και μέσα στην αριστερή φιλελεύθερη (χωρίς εισαγωγικά) νεολαία, που είναι και η μεγάλη πλειοψηφία, αν όχι η ολότητα – Μ’ αυτό το σκοπό μπορεί να κάνει και μερικές ‘’αβαρίες’’ (τι έχουμε να χάσουμε), με την ίδια ευκολία, που το κάνει και ο Φουρτούνιο – Μελάς».
Στην περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας έρχεται …κοντά στον δικτάτορα με τη μεσολάβηση του Σπύρου Μελά. Το 1991, ο Κώστας Κρεμμύδας παρουσίασε στο περιοδικό «Πλανόδιον» (τ. 20, 1991) δύο επιστολές του Στρατή Μυριβήλη, οι οποίες προέρχονταν από το αρχείο Αλέξανδρου Γ. Κορυζή, διοικητή της Εθνικής Τράπεζας και υπουργού Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως και πρωθυπουργού μετά τον θάνατο του Μεταξά. Σε μία από αυτές τις επιστολές, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1938, ο συγγραφέας απευθύνεται στον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά:
«Σας παρακαλώ θερμά να μου συχωρέσετε την τόλμη που πήρα, να σας γράψω για να ζητήσω τη βοήθειά σας σ’ ένα ζήτημά μου προσωπικό […]».
Ο Μυριβήλης που ταυτίστηκε με την αντιπολεμική λογοτεχνία, από το 1938 -μεσούσης της μεταξικής δικτατορίας- διορίζεται υπάλληλος στη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Μάλιστα γράφει υπέρ του καθεστώτος το ποίημα «Ο ύμνος της εργασίας», το οποίο δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», το 1939.

.Ο Στρατής Μυριβήλης μέσα στη δίνη του ελληνικού Εμφυλίου, συγκεκριμένα κατά τη διετία 1946-1947, γίνεται λάβρος απολογητής του αντικομμουνισμού και υμνητής του στρατοπέδου της Μακρονήσου. Επιστρατεύεται από το καθεστώς ως κήρυκας της εθνικοφροσύνης και αποστέλλεται στην επαρχία μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής στα πλαίσια της εθνικής και πνευματικής εκστρατείας «δια την πάταξιν της ανταρσίας».


Και τότε ο Κώστας Βάρναλης γράφει στο «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων:
«Μυριβήλης, Καραντώνης, Θρύλος. Τα κοράκια της Δεξιάς, οι μαύροι της Αντίδρασης».

Από το αρχείο του Στρατή Μυριβήλη, η ερευνήτρια Λήδα Κωστάκη έδωσε στη δημοσιότητα, δια μέσου της «Ελευθεροτυπίας» δύο ανέκδοτα ντοκουμέντα, ενδεικτικά των αντιλήψεων του Μυριβήλη αυτής της περιόδου:
Από το δακτυλόγραφο με χειρόγραφες προσθήκες: «Ο κομμουνισμός και το παιδομάζωμα»:
«[…] Εκείνο που δεν κατάλαβαν ακόμα ούτε οι Άγγλοι φίλοι μας, ούτε οι Αμερικάνοι, εκείνο που το μαθαίνουν σιγά-σιγά και απελπιστικά αργά με σπατάλη του ελληνικού άσματος, είναι τούτο: Πως ο σλαυϊκός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς, ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο απ’ αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. […]», «[…] Δεν υπάρχουν Έλληνες κομμουνιστές. Όταν κανείς γίνει συνειδητός κομμουνιστής, παύει να είναι Έλληνας. […]».

Από το δακτυλόγραφο «Η Παγάνα για τους λύκους»:
«[…] Χιλιάδες χωριά είναι σήμερα ερειπωμένα από τους Γιαννιτσάρους του Σλαβισμού, κι ενός αιώνα κόποι και μόχθοι του λαού μας, κείτονται ξεθεμελιωμένα χαλάσματα. Και πέρα από τα σύνορά μας ακούεται ο κρότος από όπλα και μηχανές πολέμου, και ως τ’ αυτιά μας φτάνει ο ήχος από τα βήματα ενός κολοσσιαίου στρατού, που κατηφορίζει από τα Βαλκάνια για να πνίξει ένα μικρό λαό γεωργών και ναυτών, που δε διεκδικεί τίποτε άλλο από τη λευτεριά του […]». «[…] Η απάντηση του Ελληνικού Γένους προς τον κολοσσιαίο Ιμπραήμ του κόκκινου Πανσλαβισμού, δόθηκε με το στόμα του Κολοκοτρώνη, και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ούτε ένα γιώτα από τα λόγια του […]».
Αργότερα τη δεκαετία του 1950 ως πρόεδρος της Εθνικής Εταιρίας Λογοτεχνών θα αδιαφορήσει για τις κατασχέσεις βιβλίων τις δίκες και καταδίκες, στη φυλάκιση και εκτόπιση συγγραφέων.
Στην περίοδο της δικτατορίας, το 1969, ο γιος του Στρ. Μυριβήλη, ενεργώντας ως πληρεξούσιος του πατέρα του, έστειλε στις εφημερίδες επιστολή (είχαν προηγηθεί πολλοί άλλοι λογοτέχνες), με την οποία ζητούσε να μη δημοσιευτεί στην «Ανθολογία του νεοελληνικού διηγήματος» που ήθελε να εκδώσει η δικτατορία.
[1] Γράφουμε ουσιαστικά γιατί είχε προηγηθεί η σε συνέχειες δημοσίευση των «Κόκκινων ιστοριών» το 1915 στη Μυτιλήνη. Το 1924 έγινε η πρώτη έκδοση του Ζωή εν τάφω» – είχε προηγηθεί η δημοσίευσή του σε συνέχειες στην εφημερίδα «Καμπάνα»

ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ: "ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΣ ΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟ 1923"

Αγαπητέ Στρατή Μυριβήλη
πηγή:

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, από τις εκδόσεις της Εστίας, το βιβλίο της κυρίας Νίκης
Λυκούργου, «Αγαπητέ Στρατή…«, που περιέχει τέσσερις μελέτες σχετικές με τη ζωή και το έργο του συγγραφέα Στρατή Μυριβήλη, μελέτες που βασίζονται σε επιστολές που περιέχονται στο αρχείο Μυριβήλη. Η Νίκη Λυκούργου, που δίδασκε μέχρι πρόσφατα στο τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών με τον Μυριβήλη και με το αρχείο του. Το βιβλίο θα το αναζητούσα έτσι κι αλλιώς, γιατί μου αρέσει να διαβάζω αλληλογραφία συγγραφέων, πολύ περισσότερο που ο Μυριβήλης με ενδιαφέρει ιδιαίτερα και ο ίδιος αλλά και λόγω της καταγωγής του από τη Μυτιλήνη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας μου -με την ευρύτερη έννοια, κι εγώ Μυτιληνιός λογαριάζομαι.

Ένας λόγος παραπάνω να με ενδιαφέρει το βιβλίο ήταν ότι μια μελέτη εξετάζει την αλληλογραφία Λαπαθιώτη-Μυριβήλη, ενώ μια άλλη έχει να κάνει με την αλληλογραφία Κοτζιούλα-Μυριβήλη, δηλαδή με δυο αγαπημένους μου συγγραφείς που τους μελετώ εδώ και χρόνια. Η τρίτη μελέτη, που δίνεται σε επίμετρο, εξετάζει τις πρώτες μεταφράσεις της Ζωής εν Τάφω, του μυθιστορήματος που καθιέρωσε τον Μυριβήλη, ενώ η πρώτη παρουσιάζει μιαν ανέκδοτη επιστολή του Αλέξανδρου Παπαναστασίου προς τον Μυριβήλη, γραμμένη κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, όταν ο πολιτικός ήταν κρατούμενος και υπόδικος ύστερα από το κίνημα του 1935.

Οι μελέτες που απαρτίζουν το βιβλίο βασίζονται σε προηγούμενες ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις της συγγραφέα, που όμως ήταν διεσπαρμένες σε μάλλον δυσεύρετα έντυπα κι έτσι απρόσιτες σε όποιον δεν είναι ταχτικός θαμώνας των βιβλιοθηκών. Επιπλέον, με την ευκαιρία της δημοσίευσής τους σε βιβλίο, η συγγραφέας ξαναδούλεψε το υλικό, πρόσθεσε πλούσιον υπομνηματισμό και επικαιροποίησε τις αναφορές της, προσφέροντας υποδειγματική δουλειά. Και βέβαια, η Ν. Λυκούργου δεν περιορίζεται στο να παρουσιάσει τις επιστολές που αντάλλαξαν, αλλά σκιαγραφεί και τη σχέση των δυο ανθρώπων, τη σχέση δηλαδή του Μυριβήλη με τον Αλέξ. Παπαναστασίου, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τον Γιώργο Κοτζιούλα.

Το κακό με την αλληλογραφία των λογοτεχνών είναι ότι στο αρχείο του καθενός υπάρχουν συνήθως μόνο οι επιστολές που έλαβε ο λογοτέχνης από τους ομοτέχνους του, και όχι εκείνες πουέστειλε, εκτός αν είχε κρατήσει αντίγραφο -αλλά αυτό σπάνια γινόταν. Έτσι, για να παρουσιαστεί η πλήρης εικόνα της αλληλογραφίας δύο λογοτεχνών πρέπει να γίνει συγχώνευση υλικού από δύο αρχεία, κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο. Ας πούμε, στο αρχείο Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ δεν υπάρχει καμιά επιστολή του Μυριβήλη και γενικά υπάρχουν ελάχιστες επιστολές. Από άλλη πηγή έχει βρεθεί μία επιστολή Μυριβήλη προς Λαπαθιώτη, αλλά για να συμπληρωθεί το παζλ θα πρέπει να περιμένουμε να αξιοποιηθεί κάποτε το μυθικό αρχείο Λαπαθιώτη που κατέχουν οι αδελφοί Παπανδρέου.

Για τη μελέτη που αφορά τον Κοτζιούλα, και γενικά για τη φιλία Μυριβήλη-Κοτζιούλα, δεν θα γράψω πολλά, γιατί έχω ήδη αναφερθεί στο θέμα αυτό σ’ ένα παλιότερο άρθρο μου. Επισημαίνω πάντως ότι η μελέτη της Ν. Λυκούργου συνοδεύεται από χρήσιμη βιβλιογραφική επισημείωση, όπου αποδελτιώνονται όλες οι συνεργασίες του Γ. Κοτζιούλα με τις εφημερίδες Ταχυδρόμος (Μυτιλήνης) και Δημοκρατία, τις οποίες διεύθυνε ο Μυριβήλης.

Οι σχέσεις του Μυριβήλη με τον Λαπαθιώτη άρχισαν το 1930 όταν ο Λαπαθιώτης, που τότε διατηρούσε τη στήλη της κριτικής βιβλίου στο περιοδικό Πειθαρχία, έγραψε δύο πολύ επαινετικές κριτικές για το βιβλίο Η ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, το οποίο είχε μόλις κάνει τη δεύτερη έκδοσή του, τη λεγόμενη «αθηναϊκή» -είχε προηγηθεί η πρώτη έκδοση το 1924 στη Μυτιλήνη, που όμως παρά τις ενθουσιώδεις κριτικές δεν είχε διαδοθεί πολύ έξω από τα όρια του νησιού. (Την έχω, με ιδιόχειρη αφιέρωση του Μυριβήλη στη γιαγιά μου). Στην πρώτη μάλιστα κριτική, ο Λαπαθιώτης αντιπαραθέτει τη Ζωή εν τάφω με μια συλλογή πολεμικών διηγημάτων ενός ατάλαντου αλλά πολυγράφου ανθυπολοχαγού, του Ι. Βερνάρδου (Αξέχαστος πόνος ήταν ο τίτλος της), τον οποίο φυσικά μαστιγώνει στην κριτική του. Η δεύτερη κριτική είναι ολόκληρη αφιερωμένη στον Μυριβήλη, και εκεί ο Λαπαθιώτης γράφει: «Δεν ξέρω πραγματικά τι θα συνέβαινε αν κι ο Μυριβήλης ήταν ξένος, έγραφε σε μια γλώσσα διεθνή -γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. Η φήμη θα τον έπαιρνε στα μαγικά φτερά της και θα μας τον έφερνε με δόξες και τιμές».  (Η εκτίμηση αυτή του Λαπαθιώτη μού φαίνεται σωστή. Όμως, όπως θα δούμε στην τέταρτη μελέτη του βιβλίου, η Ζωή εν τάφω άργησε να μεταφραστεί στα γαλλικά, κι όταν πια εκδόθηκε (το 1932) η μεν Γαλλία ήταν βυθισμένη στην οικονομική κρίση, το δε πλατύ κοινό είχε πια χορτάσει την πολεμική λογοτεχνία).

Διαβάζοντας λοιπόν τις θερμές κριτικές του Λαπαθιώτη, ο Μυριβήλης του έγραψε από τη Μυτιλήνη για να τον ευχαριστήσει κι έτσι άρχισε η αλληλογραφία τους. Σε επόμενο γράμμα του, στις 22.8.1930, ο Λαπαθιώτης, νομίζοντας ότι ο Μυριβήλης είναι τοποθετημένος στην αριστερά, όπως άλλοι αντιπολεμικοί συγγραφείς, του κάνει την εξής πρόταση: "Θα σας ήθελα, ίσα-ίσα, και για κάτι άλλο. Ο γιατρός κ. Αντωνιάδης, που έβγαλε το γνωστό βιβλίο για τις Σοβιετικές χώρες, ρίχνει την ιδέα της συμπήξεως ενός συνδέσμου διανοουμένων, φίλων της Σοβιετικής Ρωσίας, όπως είναι παντού, εκτός από εδώ. Τι λέτε; Σας συλλογίστηκα αμέσως. Περιμένω νέα σας".

Η απάντηση του Μυριβήλη λανθάνει, αλλά από το επόμενο γράμμα του Λαπαθιώτη καταλαβαίνουμε ότι απέρριψε την ιδέα της σύστασης ενός «Συνδέσμου φίλων της ΕΣΣΔ», που του είχε προτείνει ο Λαπαθιώτης. Γράφει ο Λαπαθιώτης, είκοσι μέρες αργότερα, έχοντας πάρει την απάντηση του Μυριβήλη:

"… Θα μπορούσε τότε να γίνει μια ένωση διανοουμένων ΄αντιπολεμική’. Πρέπει, κάπως, να βρισκόμαστε όλοι μαζί. Και σε μια τέτοια ένωση, θα μπορούσε να συμπεριληφθούν κι άλλοι, αν όχι όλοι -που θα τους τρόμαζε η πρώτη εκδοχή.
Έχετε απόλυτο δίκιο όσον αφορά τη Ρωσία: δεν ξέρει κανένας πού βαδίζει· φοβερά πράματα συμβαίνουν, το μαχαίρι ακονίζεται, ακόμα, φοβερό…
Αλλά μια ένωση ‘αντιπολεμική’ θα ήταν, ακριβώς ό,τι ζητάμε. Θα ήταν μια παλμώδης κι ολοζώντανη διαμαρτυρία όλων μας, συσσωματωμένων, για το εκλεκτό ανθρώπινο ιδανικό μας! Τι λέτε;
Θα πείτε: τι σημασία έχουν όλ’ αυτά τα ακαδημαϊκά πράματα, ενόσω βασιλεύει η σκλαβιά. Και όμως, έχουν. Οι άνθρωποι έχουν ξυπνήσει, ώστε να καταλαβαίνουν αρκετά. Το καθετί θα ήταν ωφέλιμο και συντελεστικό.
Τα διαβήματά μας θα ήταν κοινά και αδελφωμένα. Ένα ‘ενιαίο μέτωπο΄μέσα στη σκληρή πραγματικότητα. Είναι κι αυτό κάτι".

Τη φράση του Λαπαθιώτη «ενόσω βασιλεύει η σκλαβιά», η Ν. Λυκούργου τη θεωρεί υπαινιγμό κατά της κυβέρνησης Βενιζέλου, αλλά εγώ δεν αποκλείω η αναφορά του Λαπαθιώτη να είναι ευρύτερη και να εννοεί τον καπιταλισμό.
Δεν ξέρουμε αν και τι απάντησε ο Μυριβήλης, διότι αυτή είναι η τελευταία επιστολή της αλληλογραφίας Μυριβήλη-Λαπαθιώτη που σώζεται. Αντιπολεμική ένωση διανοουμένων δεν ιδρύθηκε, ωστόσο ο Λαπαθιώτης υπέγραψε, στα τέλη του 1930, έκκληση 30 διανοουμένων για να μην εκτελεσθούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο κομμουνιστές φαντάροι του Καλπακιού. Ο Μυριβήλης δεν την υπέγραψε, και (από εδώ και πέρα αυτά που γράφω δεν τα έχω πάρει από το βιβλίο της Ν. Λυκούργου, αλλά από δική μου έρευνα) αργότερα ειρωνεύτηκε από την εφημερίδα του τους «κομμουνίζοντες διανοούμενους» που «χάλασαν τον κόσμο» (Ταχυδρόμος Μυτιλήνης, 7.11.31).

Αλλά και όλο το προηγούμενο διάστημα ο Μυριβήλης συνέχισε να υποστηρίζει την (σοσιαλδημοκρατική, θα λέγαμε σήμερα) πολιτική του Παπαναστασίου αλλά και να κάνει σκληρές επιθέσεις προς τους κομμουνιστές από την εφημερίδα του. Μάλιστα  στις 16.10.1931 ο Μυριβήλης κατάγγειλε σε πρωτοσέλιδο άρθρο ότι δέχτηκε απειλητική ανώνυμη επιστολή από οπαδούς του ΚΚΕ, ειρωνεύτηκε ως «κοινωνιολόγο πορτοφολά» τον Θανάση Κλάρα [τον μετέπειτα Άρη Βελουχιώτη] και με την ευκαιρία αυτή μίλησε για τους «κομμουνιστοποιούς», τους εύπορους διανοούμενους κομμουνιστές που ξεσηκώνουν εκ του ασφαλούς τα «κορόιδα»: "Αυτοί βάζουν τις αστικές παντούφλες των όταν τα θύματά των -τα κορόιδα, οι χωρικοί και οι εργάτες- ταξιδεύουν με κελεψέδες στην εξορία. Αυτοί ψήνουν κάστανα και συζητούν περί του πενταετούς σχεδίου, όταν τα εύπιστα θύματά των -τα κορόιδα οι χωρικοί και οι εργάτες- κόβουνε καρφί στην τρίτη θέση. Αυτοί κάνουν τις εγκαταστάσεις των νέων ηλεκτρικών των και φεγγοβολούν από την υπερεκχειλίζουσαν αστικήν υγείαν των και χαίρουνται τη θαλπωρή της οικογενειακής γαλήνης, όταν οι γυναίκες και τα παιδάκια των θυμάτων των, των εξόριστων κορόιδων των, κλαίνε και τους καταριούνται γιατί τους εστέρησαν χειμωνιάτικα το μόνο τους αποκούμπι".

Λίγο αργότερα μάλιστα, αντιδρώντας σε σχόλιο της μυτιληνιάς εφημερίδας Δημοκράτης (που πρόσκειταν στον Γ. Παπανδρέου), η οποία θεώρησε όψιμο τον αντικομμουνισμό του, ο Μυριβήλης καυχήθηκε: «Αντικομμουνιστικώς εργαζόμεθα από το 1923 … Αν έχει περιέργειαν ή ευσυνειδησίαν, ας διαβάσει ‘Καμπάναν’ [την τότε εφημερίδα του Μυριβήλη] ή ‘Ριζοσπάστην΄εκείνης της εποχής. Εκεί θα ιδεί την λύσσαν του επισήμου οργάνου του Κομμουνιστικού Κόμματος εναντίον μας γιατί εκρατήσαμεν τις Ενώσεις των Εφέδρων μακράν από την εκμετάλλευσιν που επεχείρησε τότε να κάνει η ρωσική προπαγάνδα» (Ταχυδρόμος, 20.10.1931). Μερικές μέρες αργότερα (3.11.1931), ο Ριζοσπάστης δημοσίευε ανταπόκριση από Μυτιλήνη, στην οποία καταγγελλόταν ότι η απειλητική επιστολή ήταν κατασκευασμένη από τον «φασίστα και γελωτοποιό» Μυριβήλη, και ότι ο Μυριβήλης χρηματιζόταν για αυτά που έγραφε εναντίον των κομμουνιστών.

Και βέβαια, όπως ξέρουμε, η κόντρα Μυριβήλη και ΚΚΕ συνεχίστηκε ανειρήνευτη και στα επόμενα χρόνια.

Αλλά θα επιστρέψω στην αλληλογραφία μεταξύ συγγραφέων. Σήμερα, άραγε, γράφουν γράμματα οι συγγραφείς ή έχουν όλοι τους περάσει σε ηλεμηνύματα; Και ύστερα από δεκαετίες, θα κυκλοφορήσουν άραγε μελέτες (όχι απαραιτήτως σε χάρτινο βιβλίο) που να μελετούν την αλληλογραφία τους;





ΟΛΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ

"Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΩΜΑΖΩΜΑ"

///////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

===================================================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταροδός-(Β.Π)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου