Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Όταν οι άλλοι κάνουν παρέλαση σαν γατιά έξω από την πόρτα του γαλατά (ΔΝΤ),εμείς βγαίνουμε στα κεραμίδια.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Κ.ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ:ΑΝΑΚΑΛΩΝΤΑΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ


Τετάρτη 21 Μαρτίου, λίγο πριν τις δώδεκα το μεσημέρι. Εαρινή ισημερία. Παγκόσμια ημέρα ποίησης. Πρέπει να πω ότι αντιπαθώ όλες τις παγκόσμιες εορταστικές μέρες που εορτάζουν υπομνηστικώ τω τρόπω αυτό που δεν έχει κατακτηθεί και που το εορτάζουμε αντί να το προσπαθούμε, υποβιβάζοντάς το σε κατάσταση ύπνωσης στην καλύτερη περίπτωση και σε διασωληνωμένο κώμα στη χειρότερη. Αλλά όμως μια φορά το λιτανεύουμε για να ξορκίσουμε το κακό και την κακιά ακρίδα που έχει πέσει στα χωράφια μας και τρώει τα σωθικά μας κάπου στο μέλλον.
Ας είναι. Σήμερα έχουμε γιορτή σκέφτομαι και κατηφορίζω από το Παγκράτι, με τα πόδια, τη Βασιλέως Γεωργίου για να φτάσω (μεταξύ Προεδρικού Μεγάρου και Μαξίμου) στον Εθνικό Κήπο και από 'κει να κατηφορίσω προς την οδό Σταδίου για τη συγκέντρωση των ποιητών. Πριν τη διασταύρωση με τη Βασιλέως Κωνσταντίνου, βλέπω μπροστά μου μια ομάδα 15-20 κοριτσιών σε ηλικία πρώτης ή δεύτερης τάξης Λυκείου (όποιος έχει παιδιά σ' αυτές τις ηλικίες καταλαβαίνει τους ομήλικους) να κατηφορίζουν γελώντας και πειράζοντας... εξονυχιστικά η μια την άλλη, όλες τις... όλες και όλες όλο τον κόσμο. Περνάμε μαζί το φανάρι της Βασιλέως Κωνστνατίνου στο άγαλμα του Τρούμαν, βλέπω ανάμεσά τους δύο κυρίες, καθηγήτριες υποθέτω, και για λίγα δευτερόλεπτα είμαι μέλος της παρέας (αρκετά αμήχανο πρέπει να πω) μέχρι τη διασταύρωση με τη Ρηγίλλης. Προσπαθώ να προσπεράσω. Φυσικά τα κορίτσια δεν μου δίνουν καμία σημασία, κανένας φόβος δεν συντάσσει την ωραία τους ασυνταξία.
Είναι -επιτέλους- άνοιξη, έχει ήλιο, είκοσι κορίτσια προελαύνουν, είναι λίγο πριν τις δώδεκα το μεσημέρι κι εγώ πηγαίνω προς τη συγκέντρωση των ποιητών. Έχω σχεδόν προσπεράσει όταν ένα κορίτσι γυρίζει και μου λέει: "Καλημέρα σας, σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα ποίησης" και μου δίνει ένα χαρτάκι σε μέγεθος κορδέλας. "Το ξέρω", πρόλαβα να ψελλίσω βλακωδώς και απομακρύνθηκα. Κοίταξα το χαρτάκι: "Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουνε". Ο στίχος του Μιχάλη Κατσαρού. Γυρνώ πίσω και τις βλέπω. Δίνουν χαρτάκια σε όλους τους αστυνομικούς που συναντούν στον δρόμο τους. Γελούν. Παίζουν με την ποίηση. Είναι ποίηση. Μπαίνω στον Εθνικό Κήπο και με πιάνουν τα κλάματα. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί κάτι κορίτσια σ' αυτή την απέραντη, άναρχη, ατελεύτητη, κατακλυσμιαία ωραιότητα του κακού και του καλού, του ψευδούς και του αληθινού, του σιωπηλού και του τυμπανισμένου που είναι (όπως και τόσα άλλα) η ποίηση, μου έκαναν δώρο τη στιγμιαία της σκοτεινή φωτεινότητα.
Ύστερα έφυγα. Άραγε τι να σκέφτηκαν οι αστυνομικοί αν διάβασαν τα χαρισμένα στιχάκια; Άραγε τι θα πει λαός; Άραγε τι θα πει ποίηση μέσα στον καθένα; Ποιος είναι ο κλειδάριθμος που καθηλώνει τις εξουσίες και αποκαθηλώνει τις θυσίες; Ποια είναι η ποίηση (και δεν εννοώ την ποίηση των γραφόμενων ποιημάτων) που μπορεί να ανατρέψει καθεστώτα; Όλα τα καθεστώτα των πεποιθήσεων, των βεβαιοτήτων, των κυριαρχήσεων, των πρόχειρων κερδών από τις τραγικές απάτες των έντιμων προθέσεων. Που δεν οδήγησαν πουθενά παρά μονάχα στα γενέθλια του τρόμου που είναι το αποτέλεσμα μιας αλλεπάλληλης ήττας όπου σωριάζεται η μια πάνω στην άλλη, ώσπου στο τέλος σημαιοστολισμένη, όπως η επιθετική άγνοια στις χυδαίες συλλογικότητες, απελευθερώνει τις ανάπηρες ελευθερίες που με τη σειρά τους οδηγούν στις σημαιοστολισμένες δουλείες.
Εδώ είμαστε. Σ' αυτόν τον τρόμο των σημαιών. Σ' αυτόν τον τρόμο που αναλαμβάνουν τα ωραία κορίτσια καθώς μοιράζουν σαν αντίδωρο τη χειμαζόμενη ύλη των ανθρώπων. Την ποίηση. Είπα τρόμο και εννοώ ότι το σύστημα είναι πανίσχυρο και θα αποκλείσει κάθε νόημα που εκφεύγει. Κάθε κορίτσι που βαδίζει ανήμερα της ποίησης και μοιράζει στιχάκια του Μιχάλη Κατσαρού γελώντας, αγνοώντας την απειλή, με μια τσιχλόφουσκα που σκάει όπως ο χρόνος σ' ένα ποίημα του Σεφέρη, ή με άλλο τρόπο, σ' ένα αισχρό εξυπηρέτημα νόμου χαράματα μέσα στη Βουλή των Ελλήνων.
Ας τα αφήσουμε όμως όλα αυτά. Ας τους αφήσουμε και τους μάκαρες της αριστερής όχθης -τώρα που εορτάζουμε το ζείδωρο ψεύδος- κι ας σκεφτούμε με ποιους ήμασταν χτες και ποιοι είμαστε σήμερα. Ποιας σημαίας άνθρωποι. Πάει να πει ποιου σθένους, ποιας σκέψης, ποιου ήθους και προπαντός ποιας λύπης που ματώνει παλεύοντας με τη λήθη, μετρώντας εκατόμβες νεκρών καθημερινώς και αδιαλείπτως. Επ' αυτού γράφει ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ήδη από το 1966, στις "Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων". 
"Χτες ακόμα είμαστ' έτοιμοι να πεθάνουμε μαζί τους/ 
σήμερα ζούμε κοιτώντας το ρολόι/ 
γιατί η χλόη γίνεται άχυρο κι ο Αύγουστος Σεπτέμβρης./ 
Έρχεται η ώρα κι οι αρχηγοί σημαίνουν υποχώρηση/ 
τραβιούνται πίσω τα νερά μένουν ξανά γυμνές οι ξέρες/
ανακαλούνται οι ποταμοί και τα τραγούδια των νεκρών/ 
"Ήτανε λάθος" ο άνεμος που σήκωσε σημαίες/
- τώρα οι σημαίες κείτονται στα καταστατικά/
οι λέξεις που έβαζαν φωτιά γίνονται πάλι λέξεις./ 
...Μόνο το πολυβόλο συνεχίζει να θερίζει τα χρόνια μας/
 κάθε μέρα σκύβουμε περισσότερο ν' αποφύγουμε τις σφαίρες/
κάθε μέρα ξεχνάμε τους φίλους που σταμάτησαν να γερνούν/ 
χτες ακόμα είμαστ' έτοιμοι να πεθάνουμε μαζί τους/
σήμερα ζούμε κοιτώντας το ρολόι".
Ένα ποίημα. Να το δώσεις σ' ένα κορίτσι. Να το μοιράσει παντού. Ένα κορίτσι όπου μπορεί να ζήσει ανακαλώντας ποταμούς, σηκώνοντας τις σημαίες από τα καταστατικά, σηκώνοντας τις λέξεις από τις λέξεις τους. Ένα κορίτσι που δεν ζει κοιτώντας το ρολόι και ζει κοιτώντας στον καθρέφτη όπου καίγονται οι δικές του λέξεις, οι δικές του σημαίες, μέσα στη χώρα όπου η ήττα είναι απλώς ένα ποιητικό κορμί του έρωτος.
========================================================
Κεραμιδόγατος
 ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου