Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Όταν οι άλλοι κάνουν παρέλαση σαν γατιά έξω από την πόρτα του γαλατά (ΔΝΤ),εμείς βγαίνουμε στα κεραμίδια.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Η ΖΩΟΦΙΛΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ. ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΑ ΖΩΑ;


πηγή:
Του Δημήτρη Ουλή

Αγαπάτε τα ζώα;

Έχω παρατηρήσει ότι τα χρόνια της κρίσης έχει αυξηθεί κατακόρυφα ο αριθμός των ζωόφιλων.
Απογευματινές κυρίως ώρες, βλέπω σε διάφορα στενά και πλατείες να περιδιαβαίνουν σκύλοι διαφόρων τύπων και μεγεθών, οι οποίοι παίρνουν τον περίπατό τους για να ξεσκάσουν λίγο από την καθημερινή τους ρουτίνα (δεν ξέρω αν είδατε την ταινία Μπάτε σκύλοι αλέστε. Εκπληκτική!). Και επί τη ευκαιρία, βγάζουν για περίπατο και το αφεντικό ή την αφεντικίνα τους. Το θέαμα ανακαλεί μέσα μου ετερόκλητα βιώματα και σκέψεις, που με υποχρεώνουν να πάρω θέση.

Ευθύς εξαρχής λοιπόν, υποστηρίζω ότι δεν θα πρέπει να βλέπουμε τη ζωοφιλία σαν μία ενιαία και αδιαφοροποίητη στάση. 
Αντίθετα, οφείλουμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε διαφορετικούς τύπους ζωοφιλίας, οι οποίοι προσλαμβάνουν κατά περίπτωση ένα ορισμένο ηθικό και πολιτικό πρόσημο. Επιπλέον, υποστηρίζω ότι έχουμε ανάγκη από μια ανθρωπολογική ανάλυση της ζωοφιλίας, προκειμένου να αποσαφηνιστούν περαιτέρω τα κίνητρα, οι ανάγκες και οι σκοποθεσίες των ζωόφιλων.

Εν είδει πάντως μίας προκαταρκτικής και εντελώς σχηματικής τοποθέτησης, θα έλεγα ότι έχω την τάση να διακρίνω ανάμεσα σε μία «αριστερή» ζωοφιλία (την οποία υποστηρίζω εκθύμως), και μια «δεξιά» ζωοφιλία, απέναντι στην οποία αισθάνομαι ευθεία αντιπάθεια.

«Αριστερή» ζωοφιλία είναι να προσφέρεις σε ένα ζώο το δικαίωμα στη ζωή.
Να του παρέχεις ένα πλαίσιο ασφάλειας, υγείας και θαλπωρής, αδιανόητο για το πρωτογενές, «φυσικό» του περιβάλλον.
Να το υπερασπίζεσαι απέναντι της εκδοροσφαγείς και της κυνηγούς του.
Να αναπτύσσεις, κατά το δυνατόν, μια μη-καταναλωτική και μη-κρεοφαγική σχέση μαζί του.
Να μην αγριεύεις το ζώο, αλλά να του μαθαίνεις με αγάπη και υπομονή, της όρους και τα όρια της κοινής της συμβίωσης.
Να βλέπεις το ζώο όχι ως υποκατάστατο της ανθρώπινης συντροφιάς, αλλάς ως συμπλήρωμα, προέκταση και εμπλουτισμό της

**********

«Δεξιά» ζωοφιλία, αντίθετα, είναι να εκτρέφεις και να φροντίζεις το ζώο μόνο και μόνο για να το σφάξεις.
Να φοράς στο σκυλάκι σου σοσονάκια, ζιπουνάκια και κορδελίτσες, προκειμένου να το εκθέτεις σε
κοινή θέα ως έμψυχο μπιμπελό ή αξεσουάρ.
Να το πηγαίνεις σε κομμωτήρια, σε καλλιστεία και (προσφάτως) σε ψυχολόγους.
 Να το αντιλαμβάνεσαι όχι ως προέκταση, αλλά ως υποκατάστατο της ανθρώπινης συντροφιάς, ιδεολογικοποιώντας μάλιστα τη στάση σου με το αμίμητο: «συχνά ένα ζώο σε καταλαβαίνει καλύτερα από τους ανθρώπους».
Και βέβαια, να το εκπαιδεύεις στρατιωτικά και να το αγριεύεις σαν Κέρβερο, για να φυλάει άγρυπνα την περιουσία σου.
*********
Η Ελένη Παπαδάκη-Μιχαηλίδη, στο ωραίο της βιβλίο Η Σιωπηλή γλώσσα των Συναισθημάτων, αναφέρει (σελ.136) ότι τα οικιακά ζώα απαλύνουν τα αισθήματα απομόνωσης και απόγνωσης που δημιουργούνται συχνά στους υπερήλικες, λόγω της απτικής τους στέρησης. Προσυπογράφω εξάπαντος ως «αριστερή» τη ζωοφιλία που ανταποκρίνεται σε αυτήν την ανάγκη.

Αλλά τη ζωοφιλία του χίπστερ και της κοκόνας, που βγάζουν βόλτα το ντυμένο με ζιπουνάκι κατοικίδιό τους, παραμελώντας προκλητικά να μαζέψουν τα περιττώματά του – τη «δεξιά» και ναρκισσιστική αυτή ζωοφιλία, η οποία έχει μετατρέψει όλα τα πεζοδρόμια της Αθήνας σε μωσαϊκά και των πενήντα αποχρώσεων του καφέ, δεν μπορώ άλλο να την ανεχθώ. Πόσο μάλλον, όταν εξελίσσεται προοδευτικά σε μόδα και κοινό τόπο.
===================================================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΓΟΥΣΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: Ο ΛΑΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΘΕΛΕΙ


Ο λαός τραγούδι θέλει

πηγή:
Του Δημήτρη Ουλή

Εικοσιπέντε χρόνια τώρα κάνω την «προσωρινή» δουλειά του μπουζουξή, του κιθαρίστα και του ακορντεονίστα για να συμπληρώσω το δισεκατομμύριο μισθό που εισπράττω από τη δουλειά του καθηγητή. Η εμπειρία έχει πολύ ενδιαφέρον εξ απόψεως ψυχολογικής, διότι σου δίνει την ευκαιρία να μετρήσεις τις ψυχικές σου αντοχές, να αναλογιστείς τι απέγιναν τα όνειρά σου, να κονταροχτυπηθείς με το δεδομένο της διπλής σου ταυτότητας – το σχιζοφρενικό διαμοιρασμό της ζωής σου, δηλαδή, ανάμεσα στον Πιέρ Μπουρντιέ και τον ΄Εντε Λα Μαγκέν ντε Βοτανίκ.

Αλλά και εξ επόψεως ανθρωπολογικής, διότι σου επιτρέπει μία άμεση όσο και βιωματική πρόσβαση στις ψυχαγωγικές έξεις και τα μουσικά γούστα των νεοελλήνων τα οποία μετά λύπης μου διαπιστώνω ότι παραμένουν ανέπαφα. Οι διαφορές, σε σχέση με την προ κρίσης εποχή, είναι κυρίως ποσοτικές: ελαφρώς μικρότερα πανέρια λουλουδιών, λιγότερα ανοιγμένα μπουκάλια, γρηγορότερη εναλλαγή των μουσικών σχημάτων για να καλυφθεί η σεζόν, «ευέλικτα» πακέτα διασκέδασης για το Παρασκευο-Σάββατο – αφού οι υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας κατάντησαν τζούφιες. Αλλά, επί της ουσίας, δεν έχει αλλάξει το παραμικρό.

 Κάθε βράδυ, εικοσιπέντε χρόνια τώρα, μόλις παίξω το Μερτικό απ’ τη χαρά, θα πεταχτεί τουλάχιστον μια χορευταρού ή ένας κλαρινογαμπρός, για να σκίσει τα καλσόν και τα πουκάμισα. Κάθε φορά που θα παίξω το Πότε βούδας, πότε Κούδας, όλα τα ψηλοτάκουνα θα εκτιναχθούν κεραυνοβολημένα, για να σαλέψουν τα προικιά τους. Κάθε φορά που θα παίξω το Θα ζήσω ελεύθερο πουλί θα σηκωθεί (σχεδόν πάντα) να το χορέψει μια γυναίκα.
Και να μην ξεχάσω βέβαια το Μπαγλαμαδάκι και το Δίχτυ, τα οποία μετατρέπουν το μαγαζί σε νοσταλγικό παρεάκι.

Ενώ, must για όλες τις εποχές, θα πρέπει να θεωρηθούν το Άγαλμα, το Αγάπη που ‘γινες και το Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία. Τα έχω παίξει εικοσιπέντε χιλιάδες φορές το καθένα, αλλά ο κόσμος ζητάει χιτάκια, ο κόσμος θέλει να διασκεδάσει, ο κόσμος θέλει να σε δει να γίνεσαι jukebox για πάρτη του.

 Πριν από δύο χρόνια, θυμάμαι, δούλευα σε μία ταβέρνα στη Δραπετσώνα. Ο ιδιοκτήτης ήρθε κάποια στιγμή στο αυτί μου και μου είπε -επί λέξει- να παίξω πιο «πιτσιρικίστικα». Είχαμε μαθητές λυκείου, γι’ αυτό. Έπαιξα Χολίδη, Οικονομόπουλο και Βέρτη. Κι έγινε χαμός και κλαπαταγή στο μαγαζί, τέτοιο κέφι σε καλό να μας βγει ρε αδερφέ.

Άλλη φορά, βαρύμαγκας του μαγαζιού, μου ζήτησε παραγγελιά το Ριγέ πουκάμισο. Το διπλο-σταυροκουμπωτό. Κι έτσι, με ζεμπεκιές, χασαποσέρβικα, «ελληνάδικα» και νταχντιρντί, έφτασα αισίως στα σαράντα πέντε.

Η απορία, ωστόσο, εξακολουθεί να με στοιχειώνει: για ποιο λόγο η κρίση δεν κατάφερε να γεννήσει κάποια καινούργια μουσική κουλτούρα στην Ελλάδα. Για ποιο λόγο δεν μπόρεσε να βάλει ένα φρένο σε όλη αυτήν τη μούργα της νυχτερινής διασκέδασης, σε όλον αυτόν τον οχετό του σκυλάδικου και του ελληνάδικου. Και πόσες φορές ακόμα θα χρειαστεί να παίξω το Μερτικό απ’ τη χαρά, για να επιβιώσω.
===================================================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)