Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Όταν οι άλλοι κάνουν παρέλαση σαν γατιά έξω από την πόρτα του γαλατά (ΔΝΤ),εμείς βγαίνουμε στα κεραμίδια.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΜΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΜΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Γ.ΚΙΜΟΥΛΗΣ:ΑΠΟΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ


Η τέχνη μου εδώ και χρόνια μου έμαθε, πως όλα τελικά είναι… προσωπικά. Όλα είναι επί π ρ ο σ ω π ι κ ο ύ !   Αυτή η σκέψη, με αποενοχοποίησε και μου έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσω  την έννοια της δύναμης του υποκειμένου,  αλλά και την αλτουσεριανή υποκειμενικότητα χωρίς υποκείμενο. Με λίγα λόγια μπόρεσα να αντιληφθώ πολύ γρήγορα, πως οι έννοιες άτομο καικοινωνία  -  άτομο και κράτος είναι έννοιες αφηρημένες και αποκτούν νόημα μόνον σε συνάρτηση η μία με την άλλη, διατηρώντας ταυτόχρονα την αυτονομία τους. Δε φοβήθηκα λοιπόν ποτέ να αρθρώσω  και στη συνέχεια να επαναλαμβάνω τη φράση,  πως  “το πολιτικό αίτημα του ανθρώπου είναι να μπορέσει να ζει ατομικά κοινωνικός”, χωρίς αυτό να συνιστά αντίφαση, όπως πολλοί πιστεύουν. Η αλληλένδετη σχέση της αυθορμησίας με την πειθαρχία  είναι ένα διαρκές ζητούμενο.

Δύσκολο έργο  στη θεωρία, αλλά  κ α ι  στην πράξη της Αριστεράς, και ειδικά μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση που ζούμε. Κατ’ αρχάς, μέσα σ’ αυτό το τοπίο η Αριστερά έχει μία πρώτιστη και καθόλου ασαφή υποχρέωση:  τη  ρ ή ξ η.  Η ρήξη όμως δε φτάνει να εξαγγέλλεται.  Όπως  και δε φτάνει να υλοποιείται μόνο μέσα από παραδοσιακές μορφές αγώνα και αντίστασης. Η Αριστερά πρέπει να βρει ξανά τον τρόπο - να θυμηθεί ξανά τη γλώσσα, που ιστορικά μόνον εκείνη μιλούσε πολύ καλά, κι έτσι έκανε τα πράγματα "προσωπική" υπόθεση του καθενός.

"Μιλώ αμιγώς πολιτικά" δε σημαίνει  στερώ τη σκέψη μου από τα συναισθήματα, που μου προκαλεί η σκέψη αυτή, ούτε σημαίνει: στερώ τη σκέψη μου από τα συναισθήματα, που γέννησαν αυτή τη σκέψη. Η αποφυγή συναισθηματικής έκφρασης στον πολιτικό λόγο είναι μία γραφειοκρατική αντίληψη της πολιτικής πρακτικής. Η συγκίνηση και η συναισθηματική αρωγή δε θολώνει τη σκέψη, όπως πολλοί μπορεί να πιστεύουν. Αντιθέτως. Τη φωτίζει και την ενδυναμώνει.

Ειδικά τώρα, την εποχή, που ζούμε, βλέπουμε πόσο εμφανής είναι η προσπάθεια χειραγώγησης του πολίτη με στόχο την πολιτική του παράλυση και την ενεργοποίηση των συντηρητικών του αντανακλαστικών μέσω του Φόβου. Μόνον που εδώ μας ξεφεύγει κάτι. Εδώ  κ ά τ ι  προηγείται του Φόβου. Κι εκεί πιστεύω πως επενδύει, προς το παρόν, η κρατική εξουσία. Και αυτό δεν είναι τίποτ’ άλλο απ’ την Ενοχή και τη διατήρηση του ενοχικού συναισθήματός του. Μέσω μιας κατασκευασμένης ενδοβολής (η ενδοβολή είναι η διεργασία κατά την οποία ένα εξωτερικό φαινόμενο παρερμηνεύεται από το άτομο ως φαινόμενο με εσωτερική προέλευση), τον καθιστούν διαρκώς συνυπεύθυνο της κατάστασης, που βιώνει. Η Ενοχή εδώ προηγείται του Φόβου. Την ίδια στιγμή ο πλήρης διαχωρισμός, που έχει συμβεί μεταξύ Πολιτικού και Κοινωνικού, τον οδηγεί στην απαξίωση της έννοιας: πολιτική αντιπροσώπευση. Την ίδια στιγμή όμως η ανάγκη ύπαρξης μιας Πατρικής φιγούρας, που καθορίζει το Ιδεώδες Εγώ του (μιας και  παραμένει ορθή η λακανική θέση: “ο Πατέρας δεν συνιστά μορφή, αλλά λειτουργία”), τον οδηγούν απευθείας στην αγκαλιά αυτών που τον κρατούν όμηρο, αναπτύσσοντας σ’ αυτόν το Σύνδρομο της Στοκχόλμης. Ως όμηρος ταυτίζεται με τους εγκληματίες, με τους απαγωγείς που τον κρατούν και νιώθει συναισθηματικό δέσιμο μαζί τους. Αυτά συντηρούν παράλυτο τον πολίτη, αυτά του απαγορεύουν να μιλήσει, αυτά τον οδηγούν στην υπακοή. Οι πολίτες δε φοβούνται ακόμη. Οι πολίτες νιώθουν  Α-μηχανία, Α-πορία, Απελπισία. Και δεν αντιδρούν γιατί νιώθουν ένοχα, αλλά και γιατί νομίζουν πως δεν έχουν κανέναν να τους αντιπροσωπεύσει. Τα σημάδια μιας συναισθηματικής κόπωσης των πολιτών είναι εμφανή.

Το 2013 δεν μπορούμε να ζητάμε από τους πολίτες αυτής της χώρας να συμπεριφερθούν ως υποκείμενα αντίστασης και αυτονομίας. Είναι εξουσιαζόμενα υποκείμενα για κάποιους αισιόδοξους ή εξουσιαζόμενα αντικείμενα για κάποιους άλλους, πιο απαισιόδοξους. Η αντίληψη πως η εξουσία ασκείται μόνον απ’ το Κράτος, το οποίο τιμωρεί ή λειτουργεί κατασταλτικά, είναι μία φτωχή σύλληψη της εξουσίας. Η εξουσία δεν είναι θεσμός ή σύνολο θεσμών. Ούτε δομή, ούτε μηχανισμοί. Η εξουσία λειτουργεί πάνω απ’ όλα ως παραγωγική εξουσία. Παράγει δυνάμεις, γνώση και διαθέτει τεχνολογία: την “τεχνολογία της εξουσίας”. Πρόκειται για μία “πανταχού παρουσία της εξουσίας”, με την έννοια ότι αυτή εμφανίζεται “κάθε στιγμή σε κάθε σημείο”.

Δεν μπορεί να περιμένουμε όμως να φτάσει σε σημείο τήξης η θερμοκρασία της έντασης. Δε θα φτάσει ποτέ. Αν δεν απελευθερώσουμε τους πολίτες απ’ τα δεσμά της ενοχής και δεν τους βοηθήσουμε ν’ αντιληφθούν πως η αντίδραση είναι παραγωγική και έχουν εμάς σύμμαχο και αντιπρόσωπό τους, τότε η ήττα θα είναι γεγονός. Και δε μιλώ για μία εκλογική ήττα, μιλώ για την ήττα ολόκληρου του κοινωνικού χώρου!

Σ’ αυτό το σημείο, ο Νέγκρι έχει απόλυτο δίκιο όταν περιγράφει τον νέο ανθρωπολογικό τύπο με τα τέσσερα χαρακτηριστικά: Ο σύγχρονος άνθρωπος, γράφει, είναι Χρεωμένος, Μιντιακός, Ασφαλισμένος και Αντιπροσωπευόμενος. Χρεωμένος:  γιατί κάπου χρωστά.  Σε τράπεζες, στην εφορία, στο ΙΚΑ, στο ΤΕΒΕ, σε φίλους ή σε συγγενείς. Μιντιακός:  γιατί αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα μόνο μέσα από τα ΜΜΕ. Ασφαλισμένος:  γιατί υπάρχει μία διαρκής αίσθηση παρανομίας και ανησυχίας που τον τυλίγει από παντού. Η φυλακή, μην ξεχνάμε, ξεκινά πλέον πριν τις πύλες της. Ξεκινά απ’ τη στιγμή που φεύγεις απ’ το σπίτι σου. Κι αυτή η γενικευμένη ανησυχία μπορεί να δικαιολογήσει κάθε είδος αδικίας. Και Αντιπροσωπευόμενος: γιατί έχει σταματήσει να ασχολείται με τα κοινά όχι επειδή αντιπροσωπεύεται από κάποιους, αλλά γιατί δυστυχώς έχει χάσει κάθε πίστη στην ίδια την έννοια της αντιπροσώπευσης.

Σ’ αυτούς τους πολίτες απευθύνεται η Αριστερά, χωρίς να ξεχνά αυτό που πολύ σωστά είχε αναλύσει: πως ο καπιταλισμός ανέκαθεν βασιζόταν στην απομόνωση των ατόμων και ο στόχος του αυτός δυστυχώς έχει επιτευχθεί. Η εξατομίκευση είναι ένας καινούργιος πολιτικός τόπος, το οποίον δεν πρέπει να παραβλέπουμε. Και ο μόνος άνθρωπος δεν κρίνει αναλύοντας, αισθάνεται και πράττει βάσει του αξιακού του συστήματος. Κι αυτός ανέκαθεν ήταν ο τόπος της Αριστεράς!

Εδώ, αυτή η Νέα Δεξιά κάνει λάθος και λόγω έπαρσης βιάζεται. Είναι πια εμφανές, ότι, εκτός από την υπακοή μας, εκτός από την υφαρπαγή  όσων μας απέμειναν, η κυβέρνηση ζητά πια το μέγιστο: μέσα από τη διάλυση των ονείρων για μια θέση στον ήλιο σε έναν τόπο στοιχειώδους, έστω,  δικαιοσύνης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων,  τώρα διεκδικεί να τελειώσει με την Αριστερά ως αξιακό σύστημα. Διεκδικούν να κυριαρχήσουν οριστικά και παντού. Όχι μόνο στην οικονομία και στον τρόπο ζωής, αλλά και στην ψυχοδιανοητική μας υπόσταση.

Αυτή η Νέα Δεξιά με τα  μετεμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά της, θέλει να εκδικηθεί, εξαφανίζοντας τόσων χρόνων ανθρώπινη εξέλιξη και να παραδώσει το «περί δικαίου αίτημα» των κοινωνιών στις θρησκείες, στα σύνορα, στο ρατσισμό, στην αγραμματοσύνη  – σε κάθε είδους αποκλεισμό. Κοντολογίς, διεκδικεί να ξεμπερδέψει με  το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς. Αφού εκτιμά πως έχει κερδίσει όλα τ’ άλλα. Σωστά σκέφτεται. Γιατί η κρατική εξουσία, πρώτη απ’όλους, αναγνωρίζει την ηθική αφετηρία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, πρώτη απ’ όλους, γνωρίζει πως ποτέ δεν θα σιγουρέψει την κυριαρχία της, εάν δεν εξασφαλίσει την ενεργητική συγκατάθεση των κοινωνιών. Εδώ λοιπόν η Αριστερά οφείλει να επενδύσει : στο ηθικό της πλεονέκτημα!΄Αλλωστε, χωρίς αυτό, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Είναι αναγκαία λοιπόν η επένδυση στο συναίσθημα των πολιτών!

Υπάρχουν άνθρωποι, που αν δεν έχουν μάλιστα και κάποια συνδικαλιστική πείρα, κοιτάζουν μ’ ένα βλέμμα απόγνωσης και κινούνται μ’ ένα σώμα σε κατάσταση παραλυσίας. Δε θέλουν να σκεφτούν. Δε θέλουν ν’ ακούσουν άλλες αναλύσεις. Έχουν ανάγκη να τους νιώσουν! Κι αυτό δεν είναι λαϊκισμός.  Είναι κάλυψη Ανάγκης!  Η Αριστερά, ιστορικά, απευθυνόταν χωρίς φόβο στο συναίσθημα. Όχι, για να το διαχειριστεί, αλλά για να το προστατέψει. Γι’ αυτό και ο πολιτικός της λόγος οφείλει πλέον άφοβα να μιλά  κ α ι   στο συναίσθημά του πολίτη.  Σ’ αυτόν που του υπενθυμίζουν καθημερινώς, πως έζησε για αρκετά χρόνια πλούσια και πάνω απ’ τις δυνάμεις του, ξυπνώντας του ένα pudendum – αυτό το αίσθημα ντροπής -, που του κρατά το κεφάλι κατεβασμένο και το στόμα του κλειστό.

Η Αριστερά πρέπει να γίνει προσωπικά προστατευτική. Η μόνιμη φράση που ακούγεται έξω είναι: “νιώθω απροστάτευτος!” Να, γιατί πιστεύω πως αποενοχοποιημένα πρέπει να μιλάμε στο συναίσθημά του πολίτη, σαν άνθρωποι που νιώθουν και οι ίδιοι – προσωπικά - πάνω απ’ όλα την απόγνωσή του. Ο πολίτης έχει ανάγκη τη διαρκή δήλωση έμπρακτης αλληλεγγύης. Αρκεί ν’ αναπτυχθεί ένα οργανωμένο δίκτυο, το οποίο θα ασχολείται με αυτό. Με την αποενοχοποίηση του πολίτη!  Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα και τους τρόπους, χωρίς το φοβικό σύνδρομο του λαϊκισμού. Τότε η προσωπική επέμβαση του καθενός δε θα λειτουργεί  σαν αποχυμοποιημένη συμπερασματική έκφραση κάποιας πολιτικής αναλυτικής σκέψης, που αντιμετωπίζει το πρόβλημα, απλώς σαν αντικείμενο προς έρευνα. Ζητείται πάθος λοιπόν! Γιατί η έλλειψή του δηλώνει έλλειψη πίστης. 
Επαναλαμβάνω αυτό που είπα στην αρχή: 
Μιλώ πολιτικά δε σημαίνει στερώ τη σκέψη μου από τα συναισθήματα.

Το βασικό στοιχείο, που δεν έχουν όλοι αυτοί, που “συγκυβερνούν” πέρα από τα άλλα, είναι πως δεν είναι ένας απ’ αυτούς που κοιτάζουν με απόγνωση και απελπισία! Μιλούν γι’ αυτούς, αλλά δεν είναι αυτοί! 
Γι’ αυτό και το σύνθημα της Αριστεράς πρέπει να είναι:

Δεν είμαστε έξω από εσάς γι’ εσάς!  Ούτε μιλάμε στο όνομά σας – ε ί μ α σ τ ε   Εσείς! 

========================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)   

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΚΙΜΟΥΛΗΣ ΣΕ ΚΟΝΤΡΑ ΡΟΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Αυτή η εποχή έχει ανάγκη από πνευματικούς ανθρώπους σαν τον Χρήστο Χωμενίδη, τον Τάκη Θεοδωρόπουλο ή την Κική Δημουλά. Αυτή η εποχή έχει ανάγκη τα γεννητικά, μυώδη ή άλλα σωματικά τους όργανα. Έχει ανάγκη τα αρχίδια του κ Χωμενίδη για να τα κόβει κάθε φορά που στοιχηματίζει κατά του Τσίπρα. Έχει ανάγκη την γλώσσα του κ Θεοδωρόπουλου για να καθαίρει την λερωμένη εικόνα του Βενιζέλου, έχει ανάγκη το στόμα της κυρίας Δημουλά για να το κρατά ερμητικά κλειστό απέναντι στη φρίκη. Και βεβαίως δεν έχει ανάγκη τον Κιμούλη. 

Τι χρωστάει και γιατί χρωστάει στο δημόσιο ο Κιμούλης, είναι δική του υποχρέωση να το εξηγήσει. Εμείς όμως μπορούμε να κάνουμε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του εντάλματος σύλληψής που εκδόθηκε εις βάρος του μες το Σαββατοκύριακο. 

Το κράτος δεν κόπτεται να εισπράξει τις οφειλές του Κιμούλη. Δεν τον εγκαλεί επί δεν συνεμορφώθη προς τας φορολογικάς υποδείξεις. Στην παρούσα φάση το σύστημα ενδιαφέρεται να του δείξει πόσο κοφτερά δόντια διαθέτει. Τον προειδοποιεί δηλαδή να μην διανοηθεί να αυθαδιάσει ξανά σε τηλεοπτική εκπομπή του Πρετεντέρη. Ούτε να ξαναστείλει γράμματα που ξεσκεπάζουν την εγχώρια διανόηση στο ρόλο του δουλικού. Παράλληλα διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση: όποιος δεν υπηρετήσει το σύστημα, καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Ενώ την ίδια στιγμή ταΐζει και το νοσηρό συναίσθημα της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που αποσυμπιέζεται και ικανοποιείται βλέποντας την (μέχρι θανάτου) εξολόθρευση των εξαθλιωμένων μεταναστών ή την πτώση των ειδώλων της. 

Ο Κιμούλης επέλεξε έναν ρόλο κόντρα στην κυβέρνηση. 
Ας δούμε λοιπόν πόσο καλός μπορεί να είναι σε αυτόν το ρόλο κι αν δεν θα υποχωρήσει το σανίδι κάτω από τα πόδια του.
                              της Fruit Gelée

========================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)  

  

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΚΙΜΟΥΛΗ ΣΕ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ "ΝΕΑ"


Σαφείς αιχμές εναντίον του ηθοποιού Γιώργου Κιμούλη και των δηλώσεών του περί καπιταλισμού, αναγκαίων αλλαγών του πολιτικού συστήματος και απορρύθμισης του καθεστώτος ιδιωτικής ιδιοκτησίας προκειμένου να επιτευχθεί μια κοινωνική εξυγίανση, άφησε ο αρθρογράφος κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος στη στήλη που διατηρεί στην εφημερίδα «Τα Νέα».

Αφορμή της «επίθεσης» του δημοσιογράφου στον καταξιωμένο ηθοποιό ήταν η εμφάνιση του δεύτερου στην προχθεσινή εκπομπή «Ανατροπή» του Γιάννη Πρετεντέρη και η κατάθεση των δικών του προτάσεων για ένα κράτος δικαίου, κοινωνικής και πολιτικής συνοχής. Το Newpost.gr εξασφάλισε την απάντηση του Γιώργου Κιμούλη.

Αγαπητέ κύριε Θεοδωρόπουλε, με αφορμή το χθεσινό ειρωνικό σας σχόλιο για μένα στη στήλη της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ – Γνώμες» (http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4780385), θέλω να σας πω μερικά πράγματα, τα οποία ίσως να μην τα έχετε σκεφτεί ποτέ, δηλώνοντάς σας όμως, πως εγώ ποτέ δε σχολιάζω γνώμες άλλων, αν δε με έχουν προκαλέσει πρώτα αυτοί. Αλλά αν με προκαλέσουν απαντώ με τον δικό μου τρόπο, ο οποίος πολλές φορές δεν είναι κι ο καλύτερος για τον άλλον. Και καλά εσείς δεν ξέρατε - δε ρωτούσατε;

Ξεκινώ λέγοντάς σας κατ’ αρχάς, πως είναι κρίμα να μη γνωρίζετε, ως πνευματικός άνθρωπος που είστε, όπως τουλάχιστον δηλώνετε, ότι η διεκδίκηση της «ουτοπίας», ως μηχανισμός υπεράσπισης ανθρωπίνων αξιών, δεν εντοπίζεται στη «νεότητα» και δεν αντιβαίνει την «ωριμότητα». Αντιθέτως, αν χαρακτηρίζει κάτι την «ωριμότητα» είναι η διαχείριση της «ήττας». Άρα, όταν η «ήττα», κύριε Θεοδωρόπουλε, εντοπίζεται στη διάψευση μιας συλλογικής ουτοπίας, το άτομο δύναται να διατηρεί τον ουτοπικό του λόγο και να εμμένει στις αξίες και τα αιτήματα, που διαμορφώνουν την εκάστοτε «ουτοπία», αναδιατάσσοντας την «τακτική» του με βάση την νέα πραγματικότητα. 

Με απλά λόγια, για να το καταλάβετε κι εσείς, δεν αλλάζουμε τις αξίες μας ανάλογα με την εποχή ή ανάλογα με το τι μας συμφέρει κάθε εποχή. Αν είχα έστω και το ελάχιστο δείγμα από εσάς, πως κάποτε, έστω και στο πολύ μακρινό παρελθόν σας, σας είχε απασχολήσει αυτό το θέμα, θα σας συμβούλευα, να μη χρησιμοποιείτε ποτέ τη συλλογική διάψευση για να δικαιολογήσετε την απομάκρυνσή σας από τις βασικές σας αξίες, γιατί τότε η «ήττα» καθίσταται ατομική κι έτσι αυτοχαρακτηρίζεστε αποτυχημένος και δε σας σώζει τίποτα, ούτε καν η φράση σας: «έχω πάψει προ πολλού να αισθάνομαι αειθαλής πιονιέρος».

Πολύ φοβάμαι όμως, πως όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για εσάς κι αν κάτι σας ενόχλησε στην ουσία, όπως αφήνετε, ως σοφός ώριμος ρεαλιστής, να νοηθεί στο άρθρο σας, δεν ήταν ο «πολιτικός παλιμπαιδισμός» μου και η αναφορά μου στον καπιταλισμό (χωρίς την προσφώνηση του κ. Μπογιόπουλου, αν και θα σας άξιζε), όσο τα σχόλια μου για το «σουλάτσο πολλών επαγγελματιών διανοουμένων στον κονφορμισμό» και την «εθελούσια δουλεία τους στην πολιτική καμαρίλα». Σχόλια που νομίζω, τα πήρατε προσωπικά. Λάθος σας, κύριε Θεοδωρόπουλε. Σας δηλώνω ευθαρσώς λοιπόν - για να μην ανησυχείτε -, πως όταν μίλησα περί εθελούσιας δουλείας στην πολιτική καμαρίλα, δεν αναφερόμουν σ’ εσάς! Ούτε καν σας είχα στο μυαλό μου. Δε σας ήξερα και δε σας ξέρω. Μόλις πριν από λίγο και εντελώς τυχαία έμαθα, πως είχατε αναλάβει – αμισθί, όπως ο ίδιος τονίζετε παντού - τη θέση του προέδρου του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Γερουλάνου και στη συνέχεια, μετά από ενάμιση χρόνο υποβάλλατε την παραίτησή σας, όχι για λόγους πολιτικούς βέβαια, αλλά για λόγους προσωπικούς, όπως εσείς ο ίδιος πάλι γράφετε στην επιστολή παραίτησής σας. Επίσης μόλις τώρα ανακάλυψα, πως την τελευταία εικοσαετία έχετε συγγράψει πάνω εικοσιπέντε έργα! Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά δεν έχω διαβάσει ούτε ένα απ’ αυτά, όπως και πολλοί άλλοι φαντάζομαι. Άρα το να θεωρείτε, πως τη σκέψη μου την απασχολεί η προσωπικότητά σας είναι μία απλή φαντασίωση σας, που αποδεικνύει πως τελικά όντως πολλές φορές η μύγα μυγιάζεται.

Εδώ όμως, μ’ αυτήν την επιστολή μου, δε σας εγκαλώ για σχοινοβασία ενός μυαλού μεταξύ κενότητας και ανοησίας, ούτε για διακονία σ’ έναν ακραίο νεοσυντηρητισμό, πράγμα που είναι εμφανές σε όσα άρθρα σας άντεξα να διαβάσω στο διαδίκτυο, ούτε για την εμφανή προστασία που παρέχετε στο ίδιο σαθρό πολιτικό σύστημα, που σας συντηρούσε μέχρι τώρα (αυτό το τελευταίο το αναφέρω ορμώμενος από την αυτοκριτική, που κάνατε κάποτε αναφερόμενος στην περίπτωση Λαυρεντιάδη. Γράψατε: «Δεν ξέρω αν όλοι μαζί τα φάγαμε. Όμως από τα σπλάγχνα μας τους βγάλαμε». Αυτή τη φράση σας την εξέλαβα στη κυριολεξία της, αλλά αν την κατάλαβα λανθασμένα, σας ζητώ εκ των προτέρων συγνώμη). Ούτε επίσης σας εγκαλώ για την αιθαλομίχλη της πολιτικής σας σκέψης, αφού ακόμη και τότε στα νεανικά σας ντουζένια, όταν προσπαθούσατε να βρείτε την ευτυχία στο Παρίσι μέσω της μαρκουζιανής σκέψης, ερμηνεύατε ποίηση του Μάο και στίχους του Μαγιακόφσκι, μόνο και μόνο για να βρείτε κάποια γκόμενα, όπως εσείς ο ίδιος εξομολογείστε στο άρθρο σας. Ήθελα να ‘ξερα ειλικρινά, αν κάτι τέτοιο το καταφέρατε ποτέ; Μάλλον όχι και μάλλον μπακούρης φεύγατε κάθε βράδυ μετά από εκείνες τις ολονύχτιες συζητήσεις. Κατανοώ πλήρως αυτό, που σας συμβαίνει. Τα τραύματα σ’ αυτήν την ηλικία μένουν ανεξίτηλα. Έτσι εξηγείται άλλωστε κι όλο αυτό το σύμπλεγμα περί αποτυχίας, που διαφαίνεται στη γεμάτη πικρία διαπίστωσή σας, πως οι «επιτυχημένοι είναι είδος».

Δε σας εγκαλώ όμως γι’ αυτά. Σας εγκαλώ για κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό: πώς γίνεται εσείς, ο ώριμος είρων, ο ανανήψας πλέον απ’ το ανώριμο παρελθόν του, ο λάτρης του μπισμαρκικού «εφικτού της πολιτικής και αυτόκλητος μάρτυρας υπεράσπισης της τωρινής πολιτικής κατάστασης», πώς γίνεται να επιλέγει τον ειρωνικό σχολιασμό της φράσης «κατάργηση των μνημονιακών νόμων», ξεχνώντας (;) και αποσιωπώντας – κοινώς: κάνοντας γαργάρα - το γεγονός, πως δίπλα του, στον ίδιο χώρο της εφημερίδας που αρθρογραφεί, λόγω της εθελουσίας εξόδου (σύγχρονος όρος της μνημονιακής πολιτικής, ο οποίος περιγράφει «κομψά» την ψυχρή απόλυση) έχουν βρεθεί ξαφνικά στον δρόμο, πάνω από 15 εργαζόμενοι δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων και γνωστές υπογραφές, όπως Γιώργος Παπαχρήστος (πολιτικό ρεπορτάζ), Κώστας Γεωργουσόπουλος (θεατρικός κριτικός), Δημήτρης Δανίκας (κριτικός κινηματογράφου και αρθρογράφος), Μικέλα Χαρτουλάρη (αρχισυντάκτρια στο ένθετο βιβλίου), Πόπη Διαμαντάκου (τηλεκρικτικός), Χάρις Ποντίδα (πολιτιστικά ), Νίκος Αμανίτης (επικεφαλής ενθέτων) κ.α. Είναι δυνατόν να ειρωνεύεστε εσείς το σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου;

Θα ήθελα, όμως ειλικρινά να μάθω, πολυγραφότατε κύριε Θεοδωρόπουλε, το ψιλοκομμένο αυτό τουμπεκί, που κάνετε είναι γιατί, όπως εσείς γράφετε περιγράφοντας τον εαυτό σας, χαριεντιζόμενος ως άλλος «εκπεπτωκός νάρκισσος», «η σκέψη σας έχει χάσει προ πολλού τη φρεσκάδα και δε σας επιτρέπει να επαναλαμβάνετε ωραίες κοινοτοπίες με τη σεμνότητα του ανθρώπου που νομίζει πως εφηύρε την πυρίτιδα»,  αφού «η ορμή της νεότητάς σας, αυτή που σας έκανε να γεύεστε το bouquet των ιδεών, σας έχουν εγκαταλείψει προ πολλού;» Ή κρατάτε το στόμα σας κλειστό και περί άλλα τυρβάζετε, γιατί η «πολιτική ωριμότητα», που σας διακατέχει, έχει ξυπνήσει μέσα σας το τερατάκι μίας νέας «πεφωτισμένης δεξιάς», η οποία βάσει της περίφημης πολιτικής ορθότητας διατυμπανίζει την πιο ακραία αντιδραστική θέση: «κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους αυτή χώρα να γίνει χώρα!»; Τα άρθρα σας βασίζονται σ’ αυτήν την αντίληψη.

Αγαπητέ ώριμε σοφέ ρεαλιστή επιμελητή εκδόσεων συγγραφέα και αρθρογράφε, δεν καταλαβαίνετε πως με το να ενδύεστε το φθαρμένο ένδυμα του Σαβοναρόλα και να μιμείστε τους υστερικούς Αμερικάνους ιεροκήρυκες, σκαρφαλωμένος στον άμβωνα με τεντωμένο το δάχτυλο νουθετώντας τ’ απολωλότα πρόβατα για αριστερό παλιμπαιδισμό, στηρίζετε μια πολιτική κατάσταση, που οδηγεί αυτόν τον τόπο σε πλήρη εξαθλίωση; Δεν καταλαβαίνετε, πως αυτή η στάση εγείρει ευλόγως, αν όχι υπόνοιες διατεταγμένης αποστολής, εγείρει σκέψεις του τύπου «γλύφουμε αυτούς που μέχρι τώρα μας έκαναν να φαινόμαστε στα μάτια μας σημαντικοί». Σταματήστε όσο είναι καιρός αυτήν την επωδό που λέει, πως όλο αυτό που μας συμβαίνει πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με τη φαταλιστική αποδοχή του μονόδρομου («η κατάσταση πλέον είναι μη αναστρέψιμη», είχατε γράψει πριν από κάποιους μήνες, αν θυμάστε) και να το δούμε «ως αναγκαίο κακό, που μπορεί να μας βγει και σε καλό, γιατί ούτως ή άλλως χρειαζόταν ένα σοκ η ελληνική κοινωνία!».  Κι αν δε θέλετε να σταματήσετε αυτήν την κατρακύλα, γιατί ίσως να μην υπάρχει πλέον ίχνος αισχύνης για ό,τι γίνεται σ’ αυτή τη χώρα, ας μας απαντήσετε όλες εσείς οι Μαρίες Αντουανέτες και οι Αντωνίες Ραφαέλες με τα παντεσπάνια και τα μπριος τύπου «θα βγει σε καλό, χρειαζόταν ένα σοκ!», με ποιον είστε; Με το πρόβατο ή με το λιοντάρι; Γιατί αν είστε με το λιοντάρι, τουλάχιστον μη βελάζετε! 

Με τις υγείες σας, κύριε Θεοδωρόπουλε

και αν χρειαστεί θα επανέλθω γιατί έχω κι άλλα να σας πω.

Γιώργος Κιμούλης

========================================================
Κεραμιδόγατος 
ο μαντουμανταδόρος-(Β.Π)